Του Αγγελου Μανταδάκη*
Ημέρες που είναι, υποκύπτω πάντα στον πειρασμό να βολτάρω στην παλιά μου ενορία, τον Άγιο Κωνσταντίνο Ομονοίας. Εκεί, στη μικρή πλατεία μπροστά στην εκκλησία, κάναμε σχεδόν κάθε χρόνο την Ανάσταση. Συναντιόμαστε με άλλες οικογένειες της γειτονιάς, κάναμε την πρώτη ανταλλαγή Αγίου Φωτός και δίναμε τις πρώτες ευχές. «Χριστός Ανέστη». «Αληθώς ο Κύριος». Ύστερα από λίγο ο κόσμος μπροστά στην εκκλησία, αφού είχε βομβαρδιστεί η περιοχή από βεγγαλικά, άρχιζε να κινείται προς τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Στα περισσότερα σπίτια περίμενε η νόστιμη αθηναϊκή μαγειρίτσα.
Σιγά - σιγά, με το πέρασμα των χρόνων, οι συναντήσεις μας στην πλατεία του Αγίων Κωνσταντίνου με τις άλλες οικογένειες της γειτονιάς γίνονταν όλο και πιο αραιές. Πλέον κάναμε Ανάσταση με τους πολυάριθμους αλλοδαπούς και πρόσφυγες που έρχονταν στην Ελλάδα και κατέφευγαν, όπως είναι φυσικό, στις πιο υποβαθμισμένες συνοικίες.
Ημέρες που είναι, υποκύπτω πάντα στον πειρασμό να βολτάρω στην παλιά μου ενορία, τον Άγιο Κωνσταντίνο Ομονοίας. Εκεί, στη μικρή πλατεία μπροστά στην εκκλησία, κάναμε σχεδόν κάθε χρόνο την Ανάσταση. Συναντιόμαστε με άλλες οικογένειες της γειτονιάς, κάναμε την πρώτη ανταλλαγή Αγίου Φωτός και δίναμε τις πρώτες ευχές. «Χριστός Ανέστη». «Αληθώς ο Κύριος». Ύστερα από λίγο ο κόσμος μπροστά στην εκκλησία, αφού είχε βομβαρδιστεί η περιοχή από βεγγαλικά, άρχιζε να κινείται προς τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Στα περισσότερα σπίτια περίμενε η νόστιμη αθηναϊκή μαγειρίτσα.
Σιγά - σιγά, με το πέρασμα των χρόνων, οι συναντήσεις μας στην πλατεία του Αγίων Κωνσταντίνου με τις άλλες οικογένειες της γειτονιάς γίνονταν όλο και πιο αραιές. Πλέον κάναμε Ανάσταση με τους πολυάριθμους αλλοδαπούς και πρόσφυγες που έρχονταν στην Ελλάδα και κατέφευγαν, όπως είναι φυσικό, στις πιο υποβαθμισμένες συνοικίες.
